Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Βάρη.

Βαδίζεις σε ένα δρόμο που δεν έχει πίσω,μόνο μπρος, ούτε κακό και καλό. Μόνο ευθεία.
Το μόνο πράγμα για το οποίο είσαι σίγουρος είναι τα όπλα που κουβαλάς. Ξέρεις ότι θα σου χρειαστούν και θα είναι αποτελεσματικά. Δεν είσαι σίγουρος για τα επιπλέον βάρη, αυτά που είναι απαραίτητα, θα σε κρατήσουν εν ζωή , όμως είναι βάρη. Προσπαθείς να υπολογίσεις ακριβώς πόσα θα σου χρειαστούν για να μην επιβαρύνεσαι στη διαδρομή σου με επιπλέον. Δεν μπορείς να είσαι όμως σίγουρος.
Οι επιλογές σου είναι δυο: Αφαιρείς αρκετά με τον κίνδυνο να ξεμείνεις από ''καύσιμα'' ή αφαιρείς λίγα με την πιθανότητα να μην αντέξεις να φθάσεις στο τέλος της διαδρομής. Και στις δυο περιπτώσεις μπορεί να βγάλεις τη διαδρομή μπορεί όμως και να μη τη βγάλεις. Φυσικα είναι προτιμότερο να ευχαριστηθείς τη διαδρομή. Όμως μη ξεχνάς την ευχαρίστηση ΄που θα έχεις όταν φθάσεις στην κορυφή. Οπότε είναι δίλημμα πάλι. Εκεί που ήσουν έτοιμος να συνεχίσεις με επιπλέον φορτίο ξανασκέφτεσαι πως ίσως αντέξεις και χωρίς σακίδιο.

Υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται το ρίσκο και βαδίζουν χωρίς σακίδιο. Νομίζουν πως έτσι θα φθάσουν στο τέλος της διαδρομής τους και θα είναι νικητές.
Υπάρχει και αυτή η μερίδα ανθρώπων που δεν αφήνουν αυτούς που αγαπούν αλλά τους κουβαλούν μαζί τους όσο μεγάλη και αν είναι η διαδρομή. Υποφέρουν τα πάντα για να αντέξουν και να βγουν νικητές.
Ο μεγαλύτερος νικητής ξέρεις ποιος είναι τελικά;
Εκείνος που έβγαλε τη διαδρομή με φορτίο. Γιατί θα έχει πάντα κάποιον δίπλα του να τον στηρίζει, ενώ ό πρώτος εκτός από δειλός δεν θα έχει κανέναν άλλο πέρα από τον εαυτό του. Και η μοναξιά αγαπητέ μου φίλε μπορεί να γίνει ο χειρότερος σου εχθρός.


''Στη μοναχικότητα ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει τα πάντα, εκτός από χαρακτήρα-Σταντάλ''


Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

http://www.kavafis.gr


Έρωτος Άκουσμα

Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σ’ έπλασεν· αυτά
πρώτα· κι έπειτα τ’ άλλα —πιο μικρά— που στην ζωή σου
επέρασες κι απόλαυσες, τ’ αληθινότερα κι απτά.—
Aπό τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)


Έπος Kαρδίας

Μετά σου το παν, νομίζω, προσηνές με μειδιά,
στον καθρέπτη των ματιών σου την χαράν αντανακλά.
Στάσου, φως μου, και ακόμη δεν σε είπα τα μισά
απ’ εκείνα που πιέζουν την ερώσαν μου καρδιά
και στα χείλη μου ορμούνε με μια μόνη σου ματιά.
Μη με ομιλής αν θέλης, μη με πης γοητευτικά
λόγια αγάπης και λατρείας. Φθάνει να ’σαι εδώ κοντά,
να σε λέγω πως σε θέλω, να σ’ εγγίζω, την δροσιά
του πρωιού που αναπνέεις ν’ αναπνέω· κι αν και αυτά
υπερβολικά τα βρίσκης, να σε βλέπω μοναχά!
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 


Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Το καλύτερο δώρο


Το καλύτερο δώρο




Το παρόν κείμενο αποτελεί σε κάποια μέρη προϊόν μυθοπλασίας και έλαβε μέρος στο διαγωνισμό ''Λογωτέχνης'' του περιοδικού art magazine.

Απλά ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας :)


Ήταν Παρασκευή πρωί, το Σάββατο είχε γενέθλια και εγώ είχα ξεχυθεί στους δρόμους για να βρω το καλύτερο δώρο να του πάρω. Οι φίλοι με είχαν συμβουλέψει να του αγοράσω μια πένα. Έτσι βρέθηκα μπροστά από ένα βιβλιοπωλείο που είχε ότι πένα ήθελες. Ωραίες, κομψές, ελκυστικές, βαριές, φθηνές, ακριβές. Μου άρεσε πολύ μια χρυσή, δεν θυμάμαι τη μάρκα ήταν αλλά ήταν από εκείνες τις ακριβές που δίνουν κύρος στον άντρα. Ήμουν ένα βήμα πριν δώσω όλες τις οικονομίες μου για να την αγοράσω. Ταίριαζε με την καρδιά του, ήταν χρυσή. Όμως κάτι με σταμάτησε. Αξίζει να εκφράσεις την αγάπη σου με κάτι τόσο υλικό, αναρωτήθηκα. Ήταν απλά μια πένα. Όσο ακριβή κι αν ήταν δε μπορούσε να αγγίξει σε αξία το μέγεθος της αγάπης μου για εκείνον. Έτσι απλά άλλαξα γνώμη και συνέχισα τη βόλτα μου. Κάθε βήμα μου συνοδευόταν από την σκέψη του. Είχε κάνει τόσο όμορφο καιρό εκείνη τη μέρα, ήλπιζα και η επόμενη να ήταν τόσο φωτεινή. Ο δρόμος μου με έβγαλε μπροστά από την Πινακοθήκη. Εκεί μου ήρθε μια λαμπρή ιδέα. Μήπως τελικά να δημιουργούσα κάτι εγώ από το να το αγοράσω, σκέφτηκα. Αν μπορούσα να αποτυπώσω στον καμβά όλες αυτές τις υπέροχες στιγμές που περάσαμε μαζί ίσως κατάφερνα να δημιουργήσω το καλύτερο δώρο. Υπήρχε και πάλι ένα εμπόδιο. Ο καιρός που υπήρξα ζωγράφος είχε περάσει προ πολλού και το ταλέντο μου μάλλον με είχε αποχαιρετίσει για να μπορέσω να φτιάξω τόσο εύκολα κάτι όμορφο αλλά και εντυπωσιακό. Μια μικρή απογοήτευση κυρίευσε το πρόσωπο μου και σκοτείνιασε το διάβα μου. Βλέπεις οι ανάγκες της εποχής με απομάκρυναν από την τέχνη μου. Αγαπούσα τόσο να εκφράζω τις σκέψεις μου, τα συναισθήματά μου, τους προβληματισμούς μου μέσω της ζωγραφικής, μικρές δημιουργίες αποτυπωμένες από βρεγμένα πινέλα και λερωμένα με χρώματα χέρια. Όμως εκείνες οι εποχές πέρασαν, αναγκάστηκα να ακολουθήσω άλλους δρόμους, να μάθω να εκφράζομαι με άλλες γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά, οικονομικά. Η τέχνη ποτέ δεν τάισε κανέναν, έτσι μου έλεγε η γιαγιά μου. Μια πικρία αναρριχήθηκε από την καρδιά μου. Θυμήθηκα όταν μου έφεραν δώρο μια μάσκα κάποτε. Ήταν από αυτές τις πορσελάνινες που κοσμούν τους τοίχους. Μικρή και ανόητη δεν άφησα τη γιαγιά να την στολίσει. Μου είχε κάνει εντύπωση αυτή η μάσκα. Τα χρυσά της βλέφαρα, τα ροδοκόκκινα χείλη της ακόμα και τα φτερά που κοσμούσαν το μέτωπο της μου δημιουργούσαν μια περίεργη αίσθηση που δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω. Αναρωτιόμουν ποιο πρόσωπο να κρυβόταν από πίσω της, αλλά αυτό δυστυχώς δεν θα το μάθαινα ποτέ. Παρόλ’ αυτά δεν το έβαλα κάτω, προσπάθησα να αποτυπώσω με την τέχνη μου όλα τα πρόσωπα που έβλεπα σε αυτή τη μάσκα. Μου είχε γίνει εμμονή. Για μέρες ζωγράφιζα, ξανά και ξανά, χρωμάτιζα, έσβηνα, έσκιζα φύλλα, τα ξαναχρωμάτιζα. Μέρες ατελείωτες που υποκινούνταν από ένα στόχο. Φαίνεται όμως πως κάποιον τον ενοχλούσα. Βλέπεις καθώς μικρή και ανόητη είχα κάνει άνω κάτω το σπίτι της γιαγιάς με χρώματα και πινέλα παντού. Δεν με ένοιαζε τι γινόταν γύρω μου παρά μόνο η επίτευξη του στόχου μου. Αδιαφορούσα για την καθαριότητα του σπιτιού. Αγνοούσα τις απειλές της γιαγιάς αν δε συμμορφωνόμουν. Θα στη σπάσω έλεγε. Χάλια μου το έκανες το σπίτι με τις μπογιές. Αν δε τα μαζέψεις θα καταλήξουν στα σκουπίδια μαζί με την καταραμένη μάσκα που σου πήρε ο θείος σου. Και έτσι όπως συνέχιζα να αγνοώ τη γιαγιά μου και το σπίτι της, μια μέρα μετά από χιλιάδες τέμπερες που είχα αδειάσει, αρπάζει την μάσκα και την κάνει χίλια κομμάτια. Κάτι παρόμοιο με μίσος με κυρίευσε. Αλλά δεν ήταν μίσος. Από τη μία ήθελα να αρπάξω το άγαλμα που κοσμούσε το σαλόνι της και να το σπάσω, από την άλλη ήθελα να είχα μια σούπερ κόλλα που να έκανε την μάσκα μου όπως και πριν. Αλλά όπως λένε όταν σπάσει το γυαλί δε ξανακολλάει. Άλλωστε μετά από λίγο καιρό είχα βρει άλλο παιχνίδι και είχα ξεχάσει τη σπασμένη μάσκα με τα πολλά κρυμμένα πρόσωπα. Εκεί κάπου ήταν και που χώρισα με την τέχνη της ζωγραφικής. Τώρα πια μεγάλωσα και είχα άλλα πράγματα να μου τρώνε το χρόνο. Επέστρεψα στην Παρασκευιάτικη πραγματικότητα μου. Έπρεπε να βρω ένα δώρο για τον εκλεκτό της καρδιάς μου όμως οι αναμνήσεις και η σύγχυση στο μυαλό μου με απομάκρυναν από το ψάξιμο και γύρισα σπίτι με άδεια χέρια. Αφού χαλάρωσα στον πολύτιμο μου καναπέ αποφάσισα να κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα. Να του προσφέρω ένα δείπνο στη βεράντα μου υπό το φως του φεγγαριού επιμελημένο αποκλειστικά και μόνο από εμένα και την φαντασία μου. Το βράδυ του Σαββάτου δεν άργησε να έρθει , ούτε και εκείνος. Τον υποδέχτηκα με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και ένα καυτό φιλί. Χρόνια Πολλά αγάπη μου. Ήταν το πιο ωραίο δείπνο που είχαμε ποτέ. Ακόμη και η φύση συνωμότησε μαζί μου για να είναι όλα στην εντέλεια. Το βράδυ συνεχίστηκε με μια ρομαντική βόλτα στα πάρκα της παραλίας, εκεί κοντά στον Λευκό Πύργο συναντήσαμε άλλους ερωτευμένους να χορεύουν Τανγκό ξυπόλητοι πάνω στο γρασίδι υπό τη μουσική που έπαιζε ένας πλανόδιος με το βιολί του. Μείναμε αρκετή ώρα σφιχταγκαλιασμένοι και συνεπαρμένοι από το ταξίδι της μουσικής και το πάθος που χόρευαν. Μακάρι μια κάμερα να μπορούσε να απαθανατίσει αυτή τη στιγμή, έτσι θα κρατούσε για πάντα. Η μουσική σταμάτησε και το Τανγκό έφτασε στο τέλος του. Συνεχίσαμε τη βόλτα μας και καθώς διασχίζαμε την πλατεία Αριστοτέλους για να φθάσουμε σπίτι, μου εξομολογήθηκε: Σε ευχαριστώ αγάπη μου, ήταν τα καλύτερα γενέθλια της ζωής μου. Εύχομαι να συνεχίζεις να φωτίζεις έτσι κάθε μέρα της ζωής μου.
Τελικά τα υλικά αγαθά δεν κρατάνε για πάντα, όπως και τα διαμάντια, οι στιγμές είναι που μένουν και γι αυτό χαίρομαι που δεν διάλεξα κάτι τόσο άψυχο για να εκφράσω την τόσο ζωντανή αγάπη μου για εκείνον.


Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

2 Λέξεις.

Οι λέξεις για κάποιους είναι σημαντικές για κάποιους άλλους πάλι ασήμαντες. Όμως όταν πρόκειται για δύο συγκεκριμένες λέξεις τότε γίνονται σημαντικές για όλους. 

Το τραγούδι παρακάτω θα σας μαρτυρήσει ποιες λέξεις εννοώ.




made by me ε! 

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Η κατάσταση είναι τραγική...

 & εμείς προσπαθούμε να ξεγελάσουμε την κατάντια μας. Όλα έχουν ακριβύνει σε τέτοιο μέγεθος που δε τολμάς να ξεμυτίσεις από το σπίτι σου. Δηλαδή αφού έχεις και σπίτι να μένεις πάλι καλά να λες. Το σουπερ μαρκετ αποτελεί ένα είδος πολυτέλειας για το μεσο-αστό που το επισκέπτεται για τα απολύτως απαραίτητα. Παλιά θα έβλεπες ανθρώπους που ακόμη και αν πάλι κουτσά στραβά τα βγάζανε φεύγανε με 2 βαριές σακούλες από το σουπερ μάρκετ γεμάτες. Είχαν αγοράσει σίγουρα και κάτι για απόλαυση, κάτι ''άχρηστο''. Τώρα το μόνο που βλέπεις τις λιγοστές φορές που και εσύ επισκέπτεσαι το σουπερ μαρκετ είναι πολλούς ανθρώπους σε κάθε γωνιά του καταστήματος να μετράνε τα λεφτά τους. Ποια λεφτά δηλαδή. Άνθρωποι απλοί καθημερινοί μετράνε μέχρι και το τελευταίο cent που κάποτε δε τους ένοιαζε αν περίσσευε, το πετούσαν σα τσίχλα. Τώρα το μετράνε. γτ αυτό το cent, η ελάχιστη αξία του έχει αξία τώρα. Γιατί δεν φθάνουν πια τα cent. Βλέπεις ανθρώπους που μπαίνουν για να αγοράσουν ένα γάλα, μόνο. Μετράνε το κάθε λεπτό πια γτ μπορεί και να μη τους φθάσουν. Βλέπεις παππούδες, γιαγιάδες και αναρωτιέσαι..σκέφτεσαι,λυπάσαι. Σε ποιο κόσμο μεγάλωσες; Κάποτε οι παππούδες είχαν τόσα πολλά λεφτά που τα έδιναν απλόχερα στα εγγόνια. Σκέφτεσαι ταπεινά, τώρα πως τα καταφέρνουν; Στο πρόσωπο κάθε παππού και γιαγιάς που βλέπεις, αντικρύζεις τους δικούς σου και ένας σφάχτης σου αγγίζει την καρδιά. Βέβαια όχι πως και εγώ είμαι σε καλύτερη κατάσταση. Και εγώ μετράω το κάθε σεντ πριν μπω στο κατάστημα, όμως εγώ δεν έχω ζήσει ακόμη τη ζωή μου. Έχω την επιλογή να φύγω και να καθορίσω το μέλλον μου, ακόμη. Εκείνοι οι άνθρωποι έμειναν, δούλεψαν εδώ. Στήριξαν αυτό το κράτος. το αγάπησαν. Και με τι τους ανταπέδωσε; Με πενιχρές συντάξεις στα γεράματα. Να μην έχουν τη χαρά να γεμίσουν με δώρα τα εγγόνια τους. Άραγε όλοι αυτοί οι ''υπαίτιοι'' δεν αντίκρισαν ποτέ τους τέτοιες στιγμές μήπως και τους πιάσει το φιλότιμο να βοηθήσουν τους αδυνάτους; 

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Νοσταλγία.


Με αφορμή ένα hashtag στο twitter #nostalgia με βασανίζει εδώ και μέρες το τι τελικά αποτελεί πραγματική νοσταλγία; 

Προσωπικά δε μπορώ να χωρέσω κάτι που νοσταλγώ σε 140 χαρακτήρες μόνο, πρέπει να το πετσοκόψω τόσο πολύ που χάνει την πραγματική αξία του.

Νοσταλγία είναι κάτι όμορφο και μοναδικό για εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή που συμβαίνει. Αν ο χρόνος, ο τόπος και εκείνος ήταν διαφορετικός, δεν θα αποτελούσε νοσταλγία.

Νοσταλγία θα μπορούσαν να ήταν οι στιγμές με τις φίλες, τα ξενύχτια, τα αγόρια, οι τρέλες, τότε.

Όμως όταν έρχεται στο νου η αγκαλιά και το άγγιγμα της ανάσας του στο λαιμό  καθώς σε σφίγγει με τα δυο του χέρια τότε...τι από τα δυο αποτελεί μεγαλύτερη νοσταλγία;

Μάλλον το δεύτερο. Ίσως επειδή δεν μπορεί ο καθένας να σε κάνει να νοσταλγήσεις την αγκαλιά του έστω και αν τη στερηθείς για ελάχιστο.

Εξάλλου η λέξη από μόνη της εμπεριέχει μια ρομαντική βαθύτερη έννοια που την κάνει ξεχωριστή. Νοσταλγία είναι οι όμορφες στιγμές που θέλεις να επαναληφθούν, αλλά στιγμές με νόημα. Εσύ όμως διαλέγεις ποιες είναι αυτές. Φρόντισε λοιπόν να αξίζουν την επανάληψη.